Перевод: со всех языков на русский

с русского на все языки

(φλογωπὰ σήματα

См. также в других словарях:

  • φλογωπός — όν, ΜΑ αυτός που έχει όψη φλόγας, ο φλογώδης μσν. μτφ. (για τα μάτια σε κατάσταση θυμού) φλογερός αρχ. φρ. «φλογωπὰ σήματα» οιωνοί που φανερώνονται από τη φωτιά (Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < φλόγωψ, ῶπος με μετάβαση στη θεματική κλίση σε ος, ον] …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»